Ο Δήµος εµφανίζει ετήσια έσοδα περίπου 500.000 ευρώ από µισθώµατα δηµοτικών ακινήτων, όµως έως και 200.000 ευρώ δεν εισπράττονται. Η απώλεια αυτή δηµιουργεί σηµαντική οικονοµική πίεση στα ταµεία της πόλης, την ώρα που η νοµοθεσία δίνει τη δυνατότητα για άµεσες παρεµβάσεις ακόµη και εξώσεων.
Του Ανδρέα Π. Κολλιόπουλου
Σχεδόν 500.000 ευρώ τον χρόνο θα έπρεπε να εισρέουν στα ταµεία του Δήµου από τα ενεργά µισθωτήρια συµβόλαια της δηµοτικής ακίνητης περιουσίας. Πρόκειται για έναν από τους σηµαντικότερους ίδιους πόρους του Δήµου, σε µια περίοδο κατά την οποία τα λειτουργικά έξοδα αυξάνονται και οι οικονοµικές ανάγκες της πόλης παραµένουν µεγάλες.
Ωστόσο, η πραγµατικότητα απέχει αρκετά από τα ποσά που εµφανίζονται στους προϋπολογισµούς. Ένα σηµαντικό µέρος των ενοικίων δεν εισπράττεται ποτέ ή καθυστερεί συστηµατικά, µε αποτέλεσµα να δηµιουργείται µια µόνιµη οικονοµική «τρύπα» στα δηµοτικά έσοδα.
«Θέλουµε να βάλουµε τάξη»

Σύµφωνα µε τον αρµόδιο αντιδήµαρχο, Αποστόλη Αγγελή, ένα µέρος των χρηµάτων αυτών παραµένει ανείσπρακτο λόγω επιχειρηµατιών που δεν είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους απέναντι στον Δήµο.
Όπως δήλωσε στον «Ν», «ένα µέρος από αυτά είναι οφειλόµενο από ορισµένους κακοπληρωτές επιχειρηµατίες, για τους οποίους γίνονται ενέργειες από την αρµόδια υπηρεσία του Δήµου, ώστε να διεκδικήσουµε τα χρήµατα, είτε δικαστικά είτε ακόµη και µε εξώσεις».
Ο ίδιος διευκρινίζει ότι είναι δύσκολο να αποτυπωθεί µε ακρίβεια το συνολικό ύψος των ανείσπρακτων οφειλών, καθώς η εικόνα µεταβάλλεται συνεχώς.
«Υπάρχουν καταστήµατα που έναν µήνα πληρώνουν κανονικά και τον επόµενο δίνουν έναντι ή δεν πληρώνουν καθόλου. Εµείς θέλουµε να βάλουµε τάξη στο ζήτηµα και γίνονται οι απαραίτητες ενέργειες ώστε να µη χαθούν χρήµατα από το δηµοτικό ταµείο», σηµείωσε.
Έως 200.000 ευρώ τον χρόνο χάνονται
Παρά τις δυσκολίες στην ακριβή αποτύπωση των στοιχείων, εκτιµάται ότι κάθε χρόνο ο Δήµος χάνει από ανείσπρακτα µισθώµατα περίπου 180.000 έως 200.000 ευρώ. Αυτό σηµαίνει ότι από τα περίπου 500.000 ευρώ που προβλέπονται ως έσοδα, τελικά εισπράττονται κοντά στις 300.000 ευρώ, χωρίς µάλιστα αυτό το ποσό να είναι σταθερό.
Η συγκεκριµένη απώλεια αποκτά ακόµη µεγαλύτερη σηµασία αν ληφθεί υπόψη ότι ο Δήµος αντιµετωπίζει συνολικές ληξιπρόθεσµες οφειλές που φτάνουν περίπου τα 75 εκατ. ευρώ από τέλη, πρόστιµα, µισθώµατα και άλλες υποχρεώσεις προς το δηµοτικό ταµείο.
Το ακριβές συνολικό ποσό των οφειλών από µισθώµατα δηµοτικών ακινήτων δεν αποτυπώνεται ξεκάθαρα στα επίσηµα οικονοµικά στοιχεία του Δήµου. Ωστόσο, η εικόνα των προϋπολογισµών προηγούµενων ετών δείχνει το µέγεθος του προβλήµατος.
«Πέταξε» το 65% των χρηµάτων
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγµα εκτέλεσης παλαιότερου προϋπολογισµού, όπου τα προβλεπόµενα έσοδα από ενοίκια ανέρχονταν σε 400.000 ευρώ. Από αυτά βεβαιώθηκαν µόλις 138.607 ευρώ, ενώ τα πραγµατικά εισπραχθέντα περιορίστηκαν στις 48.852 ευρώ.
Με άλλα λόγια, περίπου το 65% των ποσών που υπολογίζονταν ως έσοδα δεν εισπράχθηκε ποτέ.
Η εικόνα αυτή φαίνεται να έχει οδηγήσει τη δηµοτική αρχή σε πιο συγκρατηµένες προβλέψεις. Στον προϋπολογισµό του 2025, τα αναµενόµενα έσοδα από µισθώµατα περιορίζονται περίπου στις 160.000 ευρώ, καθώς θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθούν υψηλότεροι στόχοι εισπραξιµότητας.
Τι προβλέπει ο νόµος

Το ερώτηµα που τίθεται είναι ποιες δυνατότητες έχει ο Δήµος απέναντι σε όσους δεν πληρώνουν τα µισθώµατα και αν αξιοποιεί πλήρως τα νοµικά εργαλεία που διαθέτει. Απαντά ο Κώστας Κρεµµύδας.
«Οι δήµοι διεκδικούν συνήθως οφειλές από µισθώµατα δηµοτικών ακινήτων µε δύο παράλληλες οδούς: αφενός µέσω διοικητικής είσπραξης ως δηµόσιο έσοδο και αφετέρου, όπου απαιτείται, µέσω δικαστικών ενεργειών για απόδοση του µισθίου, έξωση ή αποζηµίωση χρήσης. Η διαδικασία στηρίζεται κυρίως στον Κώδικα Είσπραξης Δηµοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ – ν. 4978/2022).
Σε περίπτωση οφειλών οι Δήµοι, µπορούν να προχωρούν σε βεβαίωση της οφειλής µέσω χρηµατικού καταλόγου ή άλλης πράξης βεβαίωσης. Σύµφωνα µε τον ΚΕΔΕ, νόµιµος τίτλος είσπραξης µπορεί να είναι διοικητική βεβαίωση ή οφειλή που αποδεικνύεται από δηµόσια ή ιδιωτικά έγγραφα.
Μετά την ταµειακή βεβαίωση αποστέλλεται ατοµική ειδοποίηση στον οφειλέτη. Αν η οφειλή δεν εξοφληθεί, ο δήµος µπορεί να λάβει αναγκαστικά µέτρα είσπραξης κατά τα άρθρα 9, 25 και 30 επ. ΚΕΔΕ, όπως κατασχέσεις κινητών, τραπεζικών λογαριασµών ή ακινήτων.
Παράλληλα, ο δήµος µπορεί να καταγγείλει τη µίσθωση και να ζητήσει δικαστικά την απόδοση του µισθίου και αποζηµίωση, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωµής και αποδόσεως του µισθίου.
Στην πράξη, η νοµοθεσία δίνει στον Δήµο τη δυνατότητα να κινηθεί αρκετά πιο γρήγορα σε σχέση µε αντίστοιχες περιπτώσεις µεταξύ ιδιωτών, όταν πρόκειται για στρατηγικούς κακοπληρωτές που δεν δείχνουν διάθεση ούτε να πληρώσουν ούτε να ρυθµίσουν τις οφειλές τους. Όµως η Δηµοτική Αρχή δεν µπορεί ή δεν θέλει να εφαρµόσει όσα προβλέπονται και για όλες τις περιπτώσεις.
Επιχειρηµατίες δύο ταχυτήτων
Παρά τα διαθέσιµα νοµικά µέσα, η δηµοτική αρχή εµφανίζεται προσεκτική(;) στη διαχείριση του ζητήµατος, επιδιώκοντας -όπως υποστηρίζει- να κρατήσει ισορροπίες ανάµεσα στην προστασία των δηµοτικών εσόδων (χωρίς αποτέλεσµα) και στη στήριξη επιχειρήσεων που αντιµετωπίζουν οικονοµικές δυσκολίες (δηµιουργεί επιχειρηµατίες δύο ταχυτήτων).
Σύµφωνα µε τον κ. Αγγελή, ο Δήµος έχει ήδη κινήσει διαδικασίες εξώσεων σε ορισµένες περιπτώσεις επαγγελµατιών, ενώ και στο παρελθόν έχει καταφύγει σε νοµικές ενέργειες για την προστασία της δηµοτικής περιουσίας.
Την ίδια στιγµή, όµως, επιλέγει να δείχνει ανοχή σε επιχειρήσεις που, παρότι δυσκολεύονται, καταβάλλουν προσπάθεια να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους ή να ρυθµίσουν τα χρέη τους.
Υπάρχουν πάντως και περιπτώσεις που προκαλούν έντονο προβληµατισµό. Σύµφωνα µε πληροφορίες του «Ν», επιχείρηση που λειτουργεί σε δηµοτικό ακίνητο συνεχίζει να δραστηριοποιείται κανονικά, παρά το γεγονός ότι έχει συσσωρεύσει δεκάδες απλήρωτες οφειλές και της έχει διακοπεί ακόµη και η ηλεκτροδότηση.
«Απαιτείται καλύτερη διαχείριση»

Ο επικεφαλής της µείζονος αντιπολίτευσης και της παράταξης «Πάτρα Ενωµένη», Κώστας Σβόλης, υπογραµµίζει ότι ο Δήµος οφείλει να αξιοποιεί στο έπακρο τη δηµοτική περιουσία, είτε για κοινωνικούς σκοπούς είτε για την ενίσχυση των οικονοµικών του.
Όπως δήλωσε στον «Ν», «ο Δήµος θα πρέπει να βρει τους τρόπους να αξιοποιεί κάθε ακίνητο της δηµοτικής του περιουσίας, είτε προς όφελος των δηµοτών και του κοινωνικού συνόλου είτε προς όφελος του δηµοτικού ταµείου».
Ο κ. Σβόλης επισηµαίνει ακόµη ότι απαιτείται καλύτερη διαχείριση στο ζήτηµα της εισπραξιµότητας, καθώς -όπως αναφέρει- παραµένουν ανείσπρακτα σηµαντικά ποσά από προηγούµενα χρόνια.
«Χρειάζεται να βρεθεί µια ισορροπία και µια µέση λύση. Από τη µία να µη χάνονται χρήµατα από το δηµοτικό ταµείο και από την άλλη, όταν µια επιχείρηση έχει αποδεδειγµένα τη θέληση να πληρώσει αλλά αντιµετωπίζει δυσκολίες, να δείχνει η δηµοτική αρχή την απαραίτητη κατανόηση», σηµείωσε.
(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Νεολόγος”).

0 Σχόλια