...MFI, θυγατρική κατά 50% της Thyssen Krupp και της Ferrostaal, που «κατευθύνει» τα ποσά για τις προμήθειες στην εταιρεία ΜΙΕ. Δικαιούχος της εμφανιζόταν ο 62χρονος εφοπλιστής Μ. Μ. Το 2004 - 2005 η εταιρεία ΜΙΕ πέρασε στον έλεγχο του 40χρονου ασφαλιστικού συμβούλου Α. Χ. ο οποίος ήταν για μεγάλο διάστημα στενός συνεργάτης του Μ. Μ.
Χωρίς έλεγχο
Η υπόθεση της σύναψης και της υλοποίησης της σύμβασης των υποβρυχίων συνδέεται με τη διαχείριση των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά από την εταιρεία Thyssen Krupp. Σύμφωνα με στελέχη των Ναυπηγείων εκείνης της περιόδου -που δεν εργάζονται πια στην Ελλάδα και μίλησαν στην «Κ» υπό τον όρο να τηρηθεί η ανωνυμία τους- ο εσωτερικός έλεγχος της εταιρείας λειτούργησε ουσιαστικά για ένα εξάμηνο, από τον Ιανουάριο του 2006, «πράγμα πρωτοφανές για γερμανική εταιρεία…».
Ηδη, ένας νομικός σύμβουλος της εταιρείας HDW, της θυγατρικής της Thyssen Krupp, που έχει αναλάβει την κατασκευή των υποβρυχίων, έχει στραφεί εναντίον του πρώην επικεφαλής των Ελληνικών Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, Γκέρλιτς, για την έκδοση μιας σειράς εικονικών τιμολογίων σε επισκευές μη πολεμικών πλοίων. Σημειώνεται ότι στις 14 Ιανουαρίου 2005 τα Ελληνικά Ναυπηγεία εξέδωσαν ένα τιμολόγιο 1,9 εκατ. ευρώ για παροχή υπηρεσιών εταιρείας συμβούλων στη Shiraz Marine PVT. LTD στο Νέο Δελχί, για «προώθηση των δραστηριοτήτων των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά» στην Ασία. Ενα μήνα αργότερα, εμβάζεται το ίδιο ποσό στην ίδια ινδική εταιρεία για την προώθηση των δραστηριοτήτων των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά στη Βολιβία (δεν έχει θάλασσα!!!), στο… Περού, στη Βενεζουέλα, στη Χιλή και στην Αργεντινή. Τον Οκτώβριο του 2004 είχαν εμβασθεί από τα Ναυπηγεία σε μία εταιρεία των Ολλανδικών Αντιλλών, τη Sidewind Investments, 1,3 εκατ. ευρώ για υπηρεσίες συμβούλων. Τα τρία εμβάσματα είχαν σταλεί σε έναν λογαριασμό της BNP Paribas στη Γενεύη, μία τράπεζα με πολλούς Ελληνες πελάτες. Σύμφωνα με άλλο πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της γερμανικής εταιρείας, στον Σκαραμαγκά πολλές επισκευές μη πολεμικών πλοίων καταχωρίζονταν στο κέντρο κόστους κατασκευής των υποβρυχίων για να «συμπληρωθεί» το ποσοστό της ελληνικής προστιθέμενης αξίας. «Η ελληνική αγορά» κατά το ίδιο στέλεχος «είχε τη δυνατότητα να μας εφοδιάζει με υλικά σχετικά φθηνά (καλώδια, λαμαρίνες), ενώ οι μηχανές, τα ηλεκτρονικά και όλα τα μηχανήματα υψηλής προστιθέμενης αξίας έφθαναν από τη Γερμανία. Ηταν αδύνατο να πιάσουμε τα ποσοστά της ελληνικής προστιθέμενης αξίας…».
0 Σχόλια